Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

Καλά Χριστούγεννα!

https://www.facebook.com/events/1619922828240731/?ref_newsfeed_story_type=regular
Μαγική διάδραση από την ομάδα χορού OFF ART. Σας περιμένουμε στις 23/12 στις 7.30 στην Κούμα (έναρξη στο ύψος της 28ης Οκτωβρίου -λήξη στη Μεγάλου Αλεξάνδρου).


Καλά Χριστούγεννα με υγεία!

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

IDA


Η Ida του Πάβελ Παβλικόφσκι είναι η ταινία της χρονιάς, από τώρα· σφραγίζει την ευρωπαϊκή ευαισθησία όπως την σφράγισε πέρυσι η Grande Belezza του Πάολο Σορεντίνο. Πρόκειται για ταινίες-σπουδές, που μιλούν για την ψυχή των λαών και των ανθρώπων, για την αξεδιάλυτη συνύφανση του ατομικού με το συλλογικό, για το βάρος της μνήμης και της ιστορίας, για την Ευρώπη των νεκρών και των φαντασμάτων.

Στην πολωνική ταινία πρωταγωνιστούν δύο γυναίκες, δύο γενιές, δύο κόσμοι. Η νεαρή δόκιμη μοναχή Αννα, και η ώριμη δικαστίνα Βάντα. Η Αννα είναι η Εβραία Ιντα, ορφανό πολέμου που μεγάλωσε σε μοναστήρι Καθολικών. Η θεία της, αδελφή της μητέρας της, είναι η κομμουνίστρια Κόκκινη Βάντα, πρώην εισαγγελέας, αλκοολική. Η μία πιστεύει, η άλλη όχι. Οι διαφορές σταματούν εδώ. Οι ομοιότητες είναι βαθύτερες: δεν έχουν ρίζες, δεν έχουν οικογένεια, οι ζωές τους ξετυλίγονται πάνω στην έλλειψη, την απουσία, τα θαμμένα μυστικά, τη λήθη. Την παραμονή της κουράς της μοναχής, οι δύο γυναίκες θα ανταμώσουν για πρώτη φορά και θα ξεκινήσουν το μοναδικό κοινό τους ταξίδι, σε αναζήτηση του κοινού τους παρελθόντος. Αναζητούν τους νεκρούς τους, γονείς και παιδιά, τα οστά των δολοφονημένων και χαμένων του Ολοκαυτώματος.

Ολη η ταινία είναι η κάθοδος στον Αδη με τη μορφή ενός road movie στην άχρονη πολωνική ύπαιθρο· σε έναν κάμπο που συμπυκνώνει κάτω από την ακινησία του τον καθολικισμό, τον εβραϊσμό, τη γενοκτονία, τον πόλεμο, τον υπαρκτό σοσιαλισμό, και πάνω απ’ όλα τον ανελέητο, διαρκή αγώνα των ανθρώπων για επιβίωση. Η περιπλάνηση των δύο γυναικών μοιάζει εξωτερικά με τις υπαρξιακές περιπλανήσεις ταινιών του Βέντερς ή του Αντονιόνι, αλλά εδώ το δράμα δεν περιέχει καμία διαφυγή από τη μοίρα, ούτε καν σύγκρουση, το δράμα αντηχεί περισσότερο τις ηθικές και μεταφυσικές δονήσεις του Μπέργκμαν και του Ταρκόφσκι, του Κισλόφσκι και του Ζανούσι.

Στο τέλος του δρόμου υπάρχει πάλι κενό, συν την πικρή επίνοια του ταξιδιού.

Ο Παβλικόφσκι μιλώντας για το υπαρξιακό κενό στη Μεσευρώπη του ’60, κατορθώνει να μιλήσει βαθιά και σπαρακτικά για την Ευρώπη του 21ου αιώνα· μάλλον για τη βαριά κληρονομιά του Ευρωπαίου ανθρώπου της νεωτερικότητας, κληρονομιά φρίκης και αναμέτρησης με τα όρια.

Η Ευρώπη της Ida είναι στοιχειωμένη από κρυμμένα οστά, ανεύρετους τάφους, πεισματική αμνησία, ηθική απογύμνωση. Ο αγρότης-φονιάς κουλουριάζεται μες στον φρεσκοσκαμμένο λάκκο, ο θύτης είναι το ίδιο τελειωμένος όσο και τα θύματα. Εχει χαθεί η ιερότητα της ζωής, η ζωή σαν θαύμα.

Η Ιντα ρωτάει τον κούκλο σαξοφωνίστα τι μπορούν να κάνουν μαζί, αφού παίξουν Kολτρέιν σε συναυλίες, αφού παντρευτούν και κάνουν παιδιά. Απλώς, θα ζήσουμε, λέει ο Λις. Η Ιντα, αφιερωμένη του Χριστού, έμπειρη πλέον του θανάτου και της φρίκης, σηκώνεται από το κρεβάτι του παρθενικού έρωτα, φοράει το ράσο της δόκιμης και ακολουθεί την σκολιά οδό. Η κάμερα για πρώτη φορά κινείται σωματικά, και για πρώτη φορά η μουσική που ακούει ο θεατής δεν είναι η μουσική που ακούν οι ήρωες.

Ο Παβλικόφσκι κατορθώνει μια κινηματογραφική αφήγηση λάμπουσα, άρτια, προσωπική, συγκινούσα, χωρίς φορμαλιστική εκζήτηση, αλλά και χωρίς παραχωρήσεις στο τηλεοπτικό γούστο. Τα κάδρα του είναι γεωμετρημένα έτσι ώστε να υπηρετούν ψυχικά πυκνώματα και κενά, να αναδεικνύουν τα πρόσωπα ενώπιον της μοίρας τους· το ασπρόμαυρο είναι στιλπνό και πλούσιο, καταγραφικό και αφαιρετικό μαζί· η φόρμα, παρότι τολμηρή, υπηρετεί και αναδεικνύει, δεν επιδεικνύεται.

Ο Παβλικόφσκι πετυχαίνει μια ευτυχή κράση φόρμας και περιεχομένου, επειδή έχει κάτι να πει· για τη ζωή, τις ζωές των ανθρώπων, για τον πυρήνα της ύπαρξης, εκεί που συμφύρονται η ελπίδα, η αφέλεια, η απάθεια, η ερήμωση. Αν πρέπει να περιγράψουμε με μια λέξη την τέχνη του, θα ήταν: οικονομία. Τίποτε δεν λείπει, τίποτε δεν περισσεύει.

Η Ida –όπως και η Grande Belezza, αλλιώς– είναι αφήγηση για το μεταίχμιο της Ευρώπης, και είναι συναναστροφή με τους νεκρούς. Είναι αποδοχή της πολυπλοκότητας και του χάους, χωρίς κρίσεις και διδάγματα. Οι ζωντανοί συναντούν τις ψυχές των απόντων, αγγίζονται, κι ύστερα αποτραβιούνται. Η Βάντα, άδεια, πικρή, επιλέγει το κενό· η Ιντα δακρύζει, λοξοδρομεί, ωριμάζει σε 82 φιλμικά λεπτά, επιλέγει τον όρκο της αναχώρησης.
http://www.kathimerini.gr/790895/opinion/epikairothta/politikh/oi-zwntanoi-synantoyn-tis-yyxes-twn-apontwn
Έντυπηhttp://www.kathimerini.gr/790895/opinion/epikairothta/politikh/oi-zwntanoi-synantoyn-tis-yyxes-twn-apontwn

Για το Πολυτεχνείο

Τελικά τι είναι το Πολυτεχνείο; Ποιο είναι το νόημα της επετείου που, κάθε χρόνο, προκαλεί την ίδια γκάμα εθιμοτυπικών αντιδράσεων, με την έντασή τους μόνο να αυξομειώνεται; Οι μύθοι του επανεξετάστηκαν, αναλύθηκαν, αμφισβητήθηκαν ή και διαλύθηκαν, από τους ίδιους τους συμμετασχόντες και πρωταγωνιστές του, που τοποθετήθηκαν δημόσια είτε διά των λόγων είτε διά των πράξεών τους.

Ο,τι απέμεινε είναι αφορμή για ένα επικοινωνιακό παιχνίδι, για ένα παιχνίδι υποκρισίας: από εδώ οι κλέφτες, από εκεί οι αστυνόμοι· από εδώ η νεολαία που εξεγείρεται, από εκεί το αυταρχικό κράτος· από εδώ οι μπαχαλάκηδες, από εκεί τα ΜΑΤ.

Και στο μέσον; Μια μπουχτισμένη κοινωνία, που αντιλαμβάνεται την επέτειο ως εξής: «Μην κατέβουμε στο κέντρο, θα έχει επεισόδια». Οσο για τη «γενιά του Πολυτεχνείου» είτε ως μόδα (που ήταν κάποτε) είτε ως μη μόδα (εδώ και κάποια χρόνια), βρίσκεται, πλέον, εκτός του κάδρου.

Εκτός είναι και μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Δεν συμμετέχει σε κανέναν εορτασμό, γιατί, απλούστατα, δεν υπάρχει εορτασμός. Μόνο μολότοφ, χημικά, κάδοι αναποδογυρισμένοι, κλεισμένοι δρόμοι, κυκλοφοριακή συμφόρηση.

Η σύνθεση της κοινωνίας έχει αλλάξει δραματικά από τη δεκαετία του ’70. Για έναν σημερινό νέο, το Πολυτεχνείο είναι κάτι θολό ή απροσδιόριστο. Εχει προηγηθεί, στην εκπαιδευτική διαδικασία, ο κατασκευασμένος και αμήχανος σχολικός εορτασμός. Η προσπάθεια επαναφόρτισης του γεγονότος με συνθήματα για νέες «χούντες» είναι τόσο άκαιρη, άτοπη και ανιστόρητη, που παραμένει στην κυριαρχία του γραφικού.

Τι απομένει; Οι ρόλοι, σαν «αδειανά πουκάμισα». Οσοι ετοιμάζονται για τη σύγκρουση της «17ης Νοέμβρη» (όπως οι αθλητές για τον αγώνα της χρονιάς), όσοι επιθυμούν να πορευτούν, όσοι θεωρούν υποχρέωσή τους να τους εμποδίσουν.

Για τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών είναι μια άσκηση επί χάρτου: αν θέλουν να βγουν, ποιους δρόμους να αποφύγουν, αν δεν θέλουν να ταλαιπωρηθούν και να μείνουν σπίτι τους, περιμένοντας στωικά να περάσει το κρίσιμο 24ωρο ή 48ωρο, ή τριήμερο, να «παρακολουθήσουν τα επεισόδια από την τηλεόραση».

Κάθε χρόνο, η «17 Νοέμβρη» έρχεται και παρέρχεται, αφήνοντας μια δυσάρεστη ατμόσφαιρα στην πόλη (κυριολεκτικά) και κόπωση που επισωρεύεται. Το, αποδυναμωμένο, ούτως ή άλλως, Πολυτεχνείο ξεθωριάζει. Οχι γιατί του λείπει το νόημα (προσοχή: όχι ο μύθος), αλλά γιατί λείπουν απελπιστικά οι άνθρωποι που θα το υπερασπιστούν. Ο,τι αναζωπυρώνεται αυτές τις ημέρες είναι απλώς πνιγηρό. Με αποδυναμωμένη μνήμη και ενισχυμένη βία. Από όλες τις πλευρές.
http://www.kathimerini.gr/792156/opinion/epikairothta/politikh/to-polytexneio-3e8wriazei
Έντυπη

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Κριτήριο Αξιολόγησης για τη Γλώσσα

 Μία πολύ συχνή ερώτηση που μου θέτουν μαθητές και γονείς (αλλά και σίγουρα όλοι μας, λίγο πολύ, έχουμε αναρωτηθεί) είναι η εξής: «Γιατί μόνο εμείς οι Έλληνες μαθαίνουμε ξένες γλώσσες και μάλιστα επενδύουμε χρόνο και χρήμα για να αποκτήσουμε πτυχία; Κορόιδα είμαστε;».
Αναμφίβολα, ο τρόπος που είναι δομημένο το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα βασίζεται ακόμα (ένας Θεός ξέρει γιατί εξακολουθεί να συμβαίνει αυτό σε μία κοινωνία όπου όλα αλλάζουν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς) στη στείρα απομνημόνευση, αφαιρώντας κάθε ίχνος φαντασίας και δημιουργικότητας. Συνέπεια του παραπάνω, είναι να γίνεται και η εκμάθηση της ξένης γλώσσας ένας «αγώνας δρόμου» για την απόκτηση «ξερών γνώσεων» και να χάνει τη βαθύτερη ουσία και το περιεχόμενό της. Έτσι, στα δημόσια σχολεία, το μάθημα της ξένης γλώσσας, τις περισσότερες φορές, καταντάει το «μάθημα του χαβαλέ» και στα Κέντρα Ξένων Γλωσσών τα παιδιά αισθάνονται «υποχρεωμένα» και «καταναγκασμένα» να πάνε, λες και είναι κάτεργο. Υπό αυτές τις συνθήκες, πώς θα αγαπήσουν τα παιδιά την ξένη γλώσσα και πώς, σε ένα δεύτερο επίπεδο, θα την «κατακτήσουν»;
            Πιστεύω ότι, εάν τόσο οι ιθύνοντες του Υπουργείου Παιδείας σε συλλογικό επίπεδο, όσο και οι εκπαιδευτικοί σε μεμονωμένο επίπεδο, κατανοήσουν οι ίδιοι την τεράστια αξία της εκμάθησης μίας ξένης γλώσσας και κοιτάξουν πίσω από τους γραμματικούς κανόνες και την απόκτηση πτυχίων, θα μπορέσουν να μεταδώσουν στα παιδιά κάτι πολύ σημαντικό: την αγάπη για τη γλώσσα. Γιατί η εκμάθηση κάθε γλώσσας συνεπάγεται διεύρυνση των πνευματικών και γνωστικών οριζόντων και σημαίνει εμβάθυνση στην ιστορία και τον πολιτισμό άλλων λαών. Η εκμάθηση μίας ξένης γλώσσας, όχι μόνο δε βασίζεται σε στείρα μετάδοση γνώσεων, αλλά είναι μία πολύ δυναμική διαδικασία, μέσω της οποίας αποκτάμε αυτογνωσία και ταυτόχρονα μας δίδεται η πολύτιμη ευκαιρία να υιοθετήσουμε θετικά στοιχεία άλλων λαών και να βελτιωθούμε.
Μαθαίνοντας μία ξένη γλώσσα, ουσιαστικά «μυούμαστε» στον τρόπο σκέψης και στην κοσμοθεωρία ενός άλλου λαού. «Μαθαίνω μία ξένη γλώσσα» κατ’ αρχάς σημαίνει μαθαίνω τα ήθη, τα έθιμα, τον πολιτισμό, την ιστορία. Τι φαγητά τρώνε, τι μουσική ακούνε, τι χορούς χορεύουνε, ποια είναι τα αγαπημένα τους αθλήματα, τι μαθαίνουν οι μαθητές σε μία άλλη χώρα και τόσα άλλα ενδιαφέροντα πράγματα που θα έδιναν την ευκαιρία στους λαούς να έρθουν πιο κοντά. Για παράδειγμα, σε πολλές χώρες του κόσμου, μαθαίνουν αρχαία ελληνικά και μάλιστα σε ένα υψηλότατο επίπεδο, σε σημείο που τα παιδιά μιλάνε αρχαία ελληνικά και γνωρίζουν τον αρχαίο πολιτισμό σε όλη του την έκταση, σε αντίθεση με τα Ελληνόπουλα που «μισούνε» το ίδιο τους το παρελθόν και τις ρίζες τους.
Συνοψίζοντας, η εκμάθηση μίας ξένης γλώσσας είναι –πρώτα και πάνω από όλα- μία πολύτιμη εμπειρία ζωής. Γι’ αυτό, προτρέπω τους Έλληνες γονείς να μην την βλέπουν μόνο ως «ανάγκη» για να σπουδάσει αργότερα στο εξωτερικό το παιδί τους ή για να έχει καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές. Σαφώς, η εκμάθηση γλωσσών βοηθάει σημαντικά και στους παραπάνω τομείς, είναι τεράστιο εφόδιο, και προσωπικά είμαι υπέρμαχος της ολοκλήρωσης μίας ξένης γλώσσας με την απόκτηση των πιο υψηλών πτυχίων. Ωστόσο, με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να ξεχνάμε την βαθύτερη ουσία που κρύβεται πίσω από τους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες. Για να επιτευχθεί, όμως, το παραπάνω, είναι αναγκαίο να μετατραπεί η αίθουσα του σχολείου σε έναν τόπο δημιουργικής και παραγωγικής μάθησης, όπου θα διδάσκουν καθηγητές αξιόλογοι, με παιδεία, μεταδοτικότητα και αγάπη για τα παιδιά και το αντικείμενό τους και οι μαθητές θα έχουν τη δυνατότητα, μέσα από το παιχνίδι, το τραγούδι, τη μουσική, το χορό, το φαγητό, τις εικόνες, τα παραμύθια, τις ιστορίες, τη γραμματική, το συντακτικό, αλλά και τόσα άλλα ενδιαφέροντα μέσα, να γνωρίσουν ποιος είναι ο λαός, του οποίου τη γλώσσα διδάσκονται.
Συμπερασματικά, εάν τόσο ο εκπαιδευτικός όσο και ο γονιός περάσει στο παιδί την αγάπη για την ξένη γλώσσα, οι μαθητές θα πάψουν να αντιμετωπίζουν την εκμάθηση ξένων γλωσσών ως «υποχρέωση» και θα κατανοήσουν το βαθύτερο νόημα της. Γι’ αυτό παροτρύνω τους γονείς να ωθήσουν τα παιδιά τους να αγαπήσουν την ξένη γλώσσα μέσα από την ξένη μουσική, την παρακολούθηση ξενόγλωσσων ταινιών, την ξένη λογοτεχνία, τα παιχνίδια του υπολογιστή, την επίσκεψη σε ξένες χώρες και άλλες δημιουργικές ασχολίες. Οπότε, στο βαθμό τουλάχιστον που μπορούμε, ας αφεθούμε όλοι στη μαγεία της εκμάθησης της ξένης γλώσσας και ας απολαύσουμε τη χαρά της δημιουργικής μάθησης! Με αυτό τον τρόπο, τα παιδιά μας και τα πτυχία τους, με ευκολία θα πάρουν, και όλοι μας θα αισθανθούμε ότι έχουμε καταφέρει κάτι σημαντικό.
ΠΗΓΉ: https://aggelikikardara.wordpress.com        

1.      Να δώσετε έναν τίτλο στο κείμενο με δήλωση και έναν με συνυποδήλωση (10 Μονάδες)
2.      Να εντοπίσετε μία παράγραφο στην οποία υπάρχει αιτιολόγηση και να βρείτε τα δομικά στοιχεία της παραγράφου (15 Μονάδες)
3.      Επενδύουμε
 ιλιγγιώδεις
να υιοθετήσουμε
πολύτιμη
παροτρύνω
Να δώσετε ένα συνώνυμο για κάθε μία από τις παραπάνω λέξεις λαμβάνοντας υπόψη τη θέση τους στο κείμενο (15 Μονάδες)

4.      Κουρασμένοι από την περίοδο των εξετάσεων για την απόκτηση ενός πτυχίου σε μία ξένη γλώσσα αποφασίζετε να δημοσιεύσετε σε εφημερίδα της πόλης σας μια ανοιχτή διαμαρτυρία προς τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς. Στόχος σας είναι α. να διαμαρτυρηθείτε για τις συνεχείς εξετάσεις ακόμη και στην εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας και β. να προτείνετε τρόπους με τους οποίους θα ήταν πιο ευχάριστη και πιο δημιουργική η εκμάθηση της ξένης γλώσσας, ώστε να  λειτουργήσει ευεργετικά στη ζωή σας και στο μέλλον σας. (Ο τίτλος στο κείμενο που θα δημοσιεύσετε είναι: Ακόμα και η μάθηση, όπως και όλα όσα κάνουμε, αποτελεί προϊόν ελεύθερης βούλησης. (300-400 λέξεις περίπου) (60 Μονάδες)

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014

"Ο πατέρας"

Ιστορία ενός απαξιωμένου επαγγέλματος (ή μιας απαξιωμένης γενιάς)

Ηρωίδα της ιστορίας μας: αδιόριστη εκπαιδευτικός ετών 40.
Άριστη μαθήτρια με ιδιαίτερη κλίση στα φιλολογικά μαθήματα και με όνειρο ζωής να διδάξει κάποτε σε παιδιά, να μεταδώσει αξίες, να εμφυσήσει ιδανικά, να σμιλέψει νεανικές ψυχές κατά το πρότυπο δασκάλων που θαύμαζε.
Αμ δε! "Σε γελάσανε, μικρή μου", που λέει και ο λαϊκός στιχουργός. Μόνο που δεν είναι γιατί "δε σου τα 'μαθε καλά ο δάσκαλός σου", αλλά γιατί η εκάστοτε πολιτική ηγεσία στην Ελλάδα εδώ και δεκαετίες σε είχε εντελώς απαξιωμένη. Το ίδιο απαξιωμένη σε είχε και η κοινωνία - με την ευρύτερη και στενότερη έννοια - , μπορώ να σου πω (αμοιβαίες οι σχέσεις πολιτικής και κοινωνίας εξάλλου). Απαξιωμένη σε έχει και τώρα. Από τον πιο "υψηλό" έως τον "τελευταίο", την "κουτσή Μαρία" της γειτονιάς, ας πούμε, που έχει άποψη και θέση επί παντός επιστητού και που μπορεί να σου αναλύσει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο που δε σηκώνει αντιρρήσεις - διότι απόρροια "σοφίας πεζοδρομίου" - τόσο τη συνταγή για τα ντολμαδάκια γιαλαντζί, όσο και την οικονομική κρίση που ζούμε. Όσο δε για τα εκπαιδευτικά ζητήματα, καλά ε;, έκανες την τύχη σου! Καλύτερο αναλυτή δε θα μπορούσες να έχεις. Ποια αυτοαξιολόγηση και κουραφέξαλα, κύριε συνάδελφε του δημοσίου σχολείου! Στην "κα Μαρία" να αποταθείς! Στην κυρία που έχει πείσει το κράτος πως έχει υπερπληθώρα εκπαιδευτικών, πως δε χρειάζεται άλλους, πως δε χρειάζεται 1500 ακόμα σχολεία στα οποία έβαλε λουκέτο, πως "χτυπά την παραπαιδεία", ενώ την ίδια στιγμή την ενισχύει με την αποσύνθεση της δημόσιας, δωρεάν εκπαίδευσης.
Και η αδιόριστη εκπαιδευτικός μας έχει χρόνια και χρόνια προϋπηρεσίας στα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα της παραπαιδείας, βιώνοντας το κοροϊδιλίκι του κράτους που της πέταξε κάποια χρόνια πριν το "κόκκαλο" της ωρομισθίας, που της υποσχέθηκε "αξιοκρατία" με πρόσληψη μέσω ειδικών εξετάσεων ΑΣΕΠ. Μόνο που δεν της είπε ότι έφτασαν αρκετοί να διοριστούν εκτός διαγωνισμού χάρη στην προϋπηρεσία που αποκτήσανε ως ωρομίσθιοι Ενισχυτικής διδασκαλίας, υπερβαίνοντας κατά πολύ τις προβλεπόμενες από το νόμο ώρες με πολιτικές "πλάτες" και ότι υπήρξανε πάμπολλοι διορισθέντες με αρκετές χιλιάδες ευρώπουλα που τα "σκάσανε" σε μεγάλα φροντιστηριομάγαζα που είχανε, όσο να πεις, τα κονέ τους, γιατί "ξέρανε" να κατευθύνουν τον "σπουδαστή" σε θέματα ύλης και νοοτροπίας απαντήσεων.
Όσο για την "κα Μαρία", είναι κι αυτή κατά της παραπαιδείας, αλλά επειδή δε στρώνεται το βλαστάρι της από μόνο του να διαβάσει, προσλαμβάνει καθηγητές για μαθήματα κατ' οίκον. Τελευταία μάλιστα προτιμά τελειόφοιτους, αν όχι φοιτητές, διότι πετυχαίνει να τους καταβάλει πενιχρότατες αμοιβές. Βέβαια, η ηρωίδα μας έχει χαμηλώσει και η ίδια κατά πολύ το κασέ της. Θέμα επιβίωσης.
Αλλά πώς είπες, καψερή; δε διαβάζει ο γιόκας της κας Μαρίας κι έχει κενά και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των εξετάσεων που τον περιμένουν στο τέλος της χρονιάς; κούνια που σε κούναγε, μαύρη! "Ο γιος μου εμένα είναι πανέξυπνος", της ανταπαντάει. "Κι αν έχει κενά, δε φταίει το πουλάκι μου, ο κακός καθηγητής του σχολείου φταίει που δεν του τα μαθαίνει σωστά". Στην αρχή λέει μέσα της η ηρωίδα μας "μπορεί, πράγματι, έτσι να 'ναι, να έχει πέσει το παιδάκι στην "περίπτωση"". Αργότερα όμως διαπιστώνει ότι ο πιτσιρικάς είναι τεμπελάκος πρώτης τάξεως και ως εκ τούτου φυγόπονος και ευθυνόφυγος. Έτσι, όταν τον ζορίζει μπρος στη μαμά του, εκείνος πετάει ανετότατα το μπαλάκι στην ίδια προσωπικά: "δεν μου είπατε να το διαβάσω αυτό, κυρία", ή "δεν κάναμε τέτοιες ασκήσεις μαζί, κυρία". "Σύστημα το 'χει ο μικρός", σκέφτεται τότε εκείνη. Ευτυχώς που κρατάει αρχείο με τα γραπτά και τις επιδόσεις του μικρού, προς επίδειξη των ανωτέρων αποδεικτικών στοιχείων στην εκτός πραγματικότητας μαμά, η οποία βεβαίως πέφτει εκείνη την ώρα από τα σύννεφα. "Να τον ζορίσετε περισσότερο, κυρία Τάδε, να του δίνετε περισσότερο υλικό να διαβάζει και να γράφει, να μη σηκώνει κεφάλι απ' το βιβλίο!" Μάταια προσπαθεί η καθηγήτριά μας να της εξηγήσει ότι με αυτόν τον τρόπο που υποδεικνύει η μαμά, δε μαθαίνει ο πιτσιρικάς, διότι το πρόβλημά του δεν είναι το "υλικό" που δεν έχει, ούτε η ίδια μπορεί να τον ζορίσει αποτελεσματικά, έτσι όπως το θέτει η μαμά, στα πλαίσια της μιας ώρας εβδομαδιαίως που τον βλέπει. Εξάλλου η μάθηση πρέπει να είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης κι όχι προϊόν καταναγκασμού κι επιβολής. Αλλά, πας να αλλάξεις γνώμη στην κα Μαρία... κούνια που σε κούναγε ξανά!
Χρειάζεται αλλαγή της καθημερινότητας του παιδιού, επαναπροσδιορισμός στόχων, ιεράρχηση προτεραιοτήτων και, κυρίως, ανάληψη ευθύνης από τον ίδιο το γονιό. Αλλαγή νοοτροπίας του γονιού και της κοινωνίας εν γένει. Αλλαγή της νοοτροπίας εκείνης που θέλει να αποδίδει αβασάνιστα ευθύνες κατά κύριο λόγο στους δασκάλους, λιγότερες στις πολιτικές επιλογές μας και στο σύστημα και μηδαμινές στον εαυτό μας και στα παιδιά μας.
Η βλακεία όμως σ' αυτόν τον τόπο είναι ανίκητη. Κι ας ευδόκησες να καταφέρεις κάποια μέρα να αλλάξεις την προδιαγεγραμμένη αυτή πορεία με τη δουλειά σου και την προσφορά σου στη νεολαία. Ούτε η ευκαιρία καλά καλά δε σου δόθηκε...
 http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=647172

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

Καλή χρονιά!


Καλή δύναμη σε όλους και όλες, μαθητές, μαθήτριες και εκπαιδευτικούς, για τη νέα σχολική χρονιά!
Και ας μην ξεχνάμε εμείς οι εκπαιδευτικοί ότι έχουμε να κάνουμε με ανθρώπινες ψυχές που χρειάζονται αγάπη, ενδιαφέρον, έμπνευση, χαμόγελα και όχι μόνο γνώσεις.

Μαθηματικός για την Ιστορία

Κέζα Λώρη

Και γιατί, παρακαλώ, να μην διδάσκει Ιστορία ο μαθηματικός; Γιατί να μην διδάσκει καλλιτεχνικά ο γυμναστής; Τι πάει να  πει «ειδικότητα»; Ηρθαν τα μνημόνια οπότε όλοι οι καθηγητές θα διδάσκουν απ’ όλα και θα λένε «ευχαριστώ» που έχουν δουλειά_ εκεί έξω υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες αδιόριστοι. Κάπως έτσι βλέπει τα πράγματα ο Ανδρέας Λοβέρδος ο οποίος έδωσε οδηγία να διδάσκεται το μάθημα της Ιστορίας από θεολόγους, γαλλικούδες, κοινωνιολόγους και μαθηματικούς.

Δεν είναι κάτι καινοφανές η ανάθεση της διδασκαλίας της Ιστορίας σε άλλες ειδικότητες. Επί χρόνια αναλάμβαναν οι ξενόγλωσσοι, καθώς δεν συμπλήρωναν το ωράριο διδάσκοντας το αντικείμενό τους. Αποτελεί λοιπόν μια παράδοση, ο καθηγητής ξένων γλωσσών να έχει ελάχιστες ώρες για το μάθημά του, και τα παιδιά να πηγαίνουν στα φροντιστήρια να μάθουν επαρκώς αγγλικά και γαλλικά. Ο καθηγητής ξένων γλωσσών, που έχει σπουδάσει την ποίηση και τον πολιτισμό μιας άλλης χώρας, αναλαμβάνει την ελληνική Ιστορία, ως αυτοδίδακτος. Αυτά δεν πρέπει να τα προσπερνάμε έτσι, άνετα,«έλα μωρέ, θα διαβάσει το βιβλίο και θα τα πει». Η απαξίωση των σπουδών και της εξειδίκευσης είναι πιο επικίνδυνη από όσο φαίνεται.

Η επιπόλαιη ανάθεση των μαθημάτων σε άσχετες ειδικότητες γίνεται για να κουκουλωθεί ένα άλλο δεινό της εκπαίδευσης. Τα κενά διδασκόντων αποτελούν και αυτά μια παράδοση. Δεν έχει ξεκινήσει ποτέ η σχολική χρονιά με όλους τους καθηγητές στη θέση τους. Ναι, ξέρουμε, φταίνε οι καθηγήτριες, που πάνε και γκαστρώνονται τελευταία στιγμή. Το έχουμε ακούσει κι αυτό από υπουργό, ότι οι επαπειλούμενες εγκυμοσύνες ανατρέπουν την οργάνωση του υπουργείου Παιδείας. Πράγματι, στο κλάδο καταγράφεται ύποπτο ποσοστό αδειών τέτοιου τύπου. Παράλληλα κάποιοι αποδέχονται διορισμούς σε ακριτικές περιοχές χωρίς να πηγαίνουν ποτέ. Αυτές οι αντικοινωνικές συμπεριφορές καθηγητών υπάρχουν αλλά είναι τόσο λίγες που δεν είναι ικανές να ανατρέψουν έναν σοβαρό προγραμματισμό.

Είναι τουλάχιστον εξοργιστικό που κάθε χρόνο το υπουργείο Παιδείας αδυνατεί να οργανώσει τους ανθρώπους του. Θα σταθούμε μόνο σε όσα αφορούν το πρόγραμμα, μια άλλη φορά μπορούμε να μιλήσουμε για το νομάδα καθηγητή, που στην αρχή του καλοκαιριού δεν ξέρει σε ποια πόλη θα βρίσκεται το χειμώνα, συντηρεί δεύτερη εστία, ξοδεύει το μισθό σε μετακομίσεις και τα λοιπά και τα λοιπά.

Ο υπουργός Παιδείας και τα στελέχη του υπουργείου έχουν να κάνουν τους εξής υπολογισμούς: να μετρήσουν πόσοι εκπαιδευτικοί βγαίνουν στη σύνταξη (περί τους 5.000 ετησίως), πόσοι είναι ωρομίσθιοι, πόσοι αναπληρωτές. Κατόπιν να μετρήσουν πόσοι είναι οι μαθητές, από προεγγραφές, υπολογίζοντας από τα νηπιαγωγεία ή με άλλο τρόπο. Να βάλουν κάτω τα μαθήματα και όλα αυτά να τα βάλουν σε σειρά. Αν δεν μπορούν, ας το αναθέσουν σε ομάδα προγραμματιστών. Αν δεν μπορούν, ας πάνε σπίτια τους και να αφήσουν το έργο σε ικανούς.

Την άνοιξη ο Ανδρέας Λοβέρδος έκανε τη διαφορά στα λόγια. Είπε ότι βρήκε τις πιστώσεις άρα θα μπορέσει να προσλάβει τους αναπληρωτές που χρειάζονται ώστε να ξεκινήσουν όλα τα σχολεία κανονικά. Τι σημαίνει το «κανονικά»; Το αυτονόητο: όλοι οι μαθητές να έχουν καθηγητές για όλα τα μαθήματα. Τώρα, λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι, ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχουν πολλά κενά_ είπαμε, ο μαθηματικός θα διδάσκει ιστορία. Κι ενώ ο υπουργός λέει ότι λείπουν μόνον 500 εκπαιδευτικοί, οι συνδικαλιστές έχουν άλλη άποψη, μετρούν αλλιώς τα κενά. Η ασυνεννοησία τους δεν βοηθά την κατάσταση. 

Ας δούμε τι λέει ο μεν και τι λένε οι δε:
Ο Ανδρέας Λοβέρδος είπε: «τα 22.500 κενά τα κατεβάσαμε σε 16.500 με λιγότερες αποσπάσεις, περισσότερες παράλληλες αναθέσεις διδασκαλίας και καλύτερη τοποθέτηση των εκπαιδευτικών, αλλά από τις 16.500 κενά σε εκπαιδευτικό προσωπικό, μπορούμε να χρηματοδοτήσουμε μόνο τις 16.000. Δηλαδή, ξεκινάμε με 500 μείον».

Η ομοσπονδία των δασκάλων (ΔΟΕ) υπολογίζει ότι οι κενές θέσεις στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση θα είναι 8.000, με τα μεγαλύτερα προβλήματα να παρουσιάζονται στα ολοήμερα και τα ειδικά σχολεία.

Η ομοσπονδία των καθηγητών (ΟΛΜΕ) υπολογίζει ότι τα κενά στα γυμνάσια και τα λύκεια θα είναι περίπου 2.000-3.000.  

Αυτή λοιπόν είναι η εικόνα ενός άθλιου κράτους, με αθλιότητα πασών των κυβερνήσεων, με πολίτες που ψηφίζουν αυτές τις κυβερνήσεις οι οποίες ούτε ένα σχολείο της προκοπής δεν μπορούν να οργανώσουν. Στον πάτο, διαχρονικά.

Πηγή: http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=629604

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Ταξίδι στη Ρώμη!

Δευτέρα: Συνάντηση στις 9.30 στο σταθμό Λαρίσης και αναχώρηση στις 9.45 για Θεσσαλονίκη. Τραίνο απλό και αυθεντικό, θυμίζει παλιές μέρες  με πολύ κόσμο και όρθιους. Φυσικά, υπάρχουν οι κλεπτοθεσίτες που δεν έχουν θέση αλλά όποια βρουν την αρπάζουν. Νύστα αρκετή, 2.00 ο ύπνος χθες ένεκα της αδημονίας του ταξιδιού. Οψόμεθα. Ανυπομονούμε να φτάσουμε!!!

Συνεχίζουμε με αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης, χαμός, το εννοώ! Γίνεται το έλα να δεις, καφεδάκι στο αεροδρόμιο και αναμονή, μεγάλη ουρά στο check in. Μπήκαμε στο αεροπλάνο της easy jet, λίγο τρελός ο πιλότος αλλά όλα καλά. Πρώτη εντύπωση, είναι λίγο ανοργάνωτοι και λίγο στον κόσμο τους οι Ιταλοί, δεύτερη εντύπωση, η πολυπολιτισμικότητα καλά κρατεί κι εδώ και δυστυχώς, και με την κακή έννοια. Στο αεροδρόμιο, πήραμε το shuttle bus, 5 e και μετά το μετρό και φτάσαμε. Το δωμάτιο μικρό αλλά όχι πολύ διαφορετικό από αυτό που περιμέναμε. Η διακόσμηση όλα τα λεφτά, πολύ αστεία και λίγο κιτς. Χιούμορ και καλή διάθεση… Μπανάκι και αναχώρηση για φαγητό.

To βράδυ περπατήσαμε στη Μπαρμπερίνι και φτάσαμε στη Βία Γένοβα όπου σε ένα παράλληλο δρόμο βρήκαμε ένα πολύ ωραίο wine bar. Η  βραδιά κύλησε όμορφα, περπατήσαμε, γελάσαμε, ήπιαμε ωραίο βιολογικό κρασάκι και πέσαμε ξερές.
Τρίτη: Δυσάρεστη έκπληξη το ξυπνητήρι στις 7 και αμέσως μετά το σχεδόν ανύπαρκτο πρωινό, καφές και ένα γλυκό. Στη συνέχεια, εγώ έσκισα ένα τεράστιο πανίνι από τη γειτονιά και τρέξαμε για το μετρό, γιατί είχαμε κλείσει εισιτήριο στο Βατικανό. Παρακάμψαμε ουρές, μπήκαμε και χαθήκαμε στα εκθέματα. Εβδομάδα να είσαι δεν τα βλέπεις. Θαυμάσαμε όλο αυτό το μεγαλείο, επίδειξη ισχύος και φυσικά σταθήκαμε στα έργα του Ραφαήλ και Μικελάντζελο. Ο καφές στους κήπους ήταν μια όαση πραγματική και μαζί τα σύννεφα που μας βοήθησαν να αντέξουμε την πολύωρη περιπλάνηση. Συνέχεια είχε ο Άγιος Πέτρος, ουρά μεγάλη αλλά ο ναός είναι κάτι που αξίζει να δει κανείς. Η βόλτα στη συνέχεια μας οδήγησε στο Καστέλο Σαιντ Άντζελο και στον Τίβερη με τις υπέροχες γέφυρες.
Κάθε βήμα είναι και μια έκπληξη σ΄αυτό το απέραντο μουσείο. Φαγητό πάστα κοντά στην Πιάτσα Ναβόνα και επιστροφή στο ξενοδοχείο με πέρασμα από Πάνθεον και Φοντάνα Ντι Τρέβι που είναι σε φάση ανακατασκευής. Δε ρίξαμε το κέρμα μας…

Το απόγευμα σειρά είχαν τα ισπανικά σκαλιά και η πολύ ωραία πλατεία με πολύ κόσμο και μια γιορτινή ατμόσφαιρα, περπάτημα στη via del corso, via del bambuino με πολύ ακριβά μαγαζιά και στην Piazza del Popolo. Πολύ ωραίο δείπνο σε μια ωραία τρατορία κοντά στα ισπανικά σκαλιά SantAndrea με ωραίο περιβάλλον και ευγενικούς σερβιτόρους και λίγο νερωμένο κρασί. Πολύ ωραία βραδιά, πολύ περπάτημα περίπου 16 χιλιόμετρα.

Τετάρτη: Πρωινό ξύπνημα, όχι τόσο νωρίς στις 8 και καφές, πρωινό και τρέξιμο για Ρωμαϊκή αγορά και περίχωρα, Καπιτώλιο. Πολύ περπάτημα κάτω από τον ήλιο αλλά ο καλός Θεός του Βατικανού μας δρόσιζε με ένα αεράκι και μια πολύ καλή θερμοκρασία για την εποχή. Η Ρωμαϊκή Αγορά απαιτεί οδηγό (National Geographic) και περπάτημα, τυχαίο αλλά τρία άτομα κυκλοφορούσαμε με τον ίδιο οδηγό του National Geographic, πολύ γέλιο αλλά και πολλή η μελέτη, καθημερινά, χώρια αυτή που προηγήθηκε του ταξιδιού. Πρώτα είδαμε τον ιππόδρομο, την εκκλησία Σάντα Μαρία ιν Κοσμεντίν χτισμένη σε αρχαίο ναό για τον Ηρακλή και γεμάτη τουρίστες που περίμεναν στην ουρά να διαπιστώσουν την ειλικρίνειά τους στο Boca de la Verita, στο στόμα της αλήθειας δηλαδή. Πολύ ευχάριστη βόλτα εντός του Φόρουμ είναι και ο λόφος Παλατίνο αλλά και ο λόφος Καπιτολίνο όπου βρίσκεται το Καπιτώλιο. Επίσκεψη στο Σαν Κλεμέντε και στον Άγιο Ιωάννη στο Λατερανό, όπου και μας εγκατέλειψαν οι δυνάμεις μας. Επιστροφή στο ξενοδοχείο για ανεφοδιασμό. Στο μεταξύ, οι Ρωμάνοι είναι λίγο εκμεταλλευτές, μας μοιάζουν αρκετά στις τιμές και στο γδύσιμο.

Απόγευμα: λεωφορείο από τη γειτονιά και βουρ για Τραστέβερε. Σταματούμε στον Τίβερη και στο νησάκι Τιμπερίνα με την εκκλησία του Αγίου Βαρθολομαίου και βόλτα στην περιοχή. Τουριστική αλλά όμορφη με πολλές τρατορίες και όμορφα στενά δρομάκια για χάσιμο. Η πλατεία πολύ ζωντανή με την εκκλησία Σάντα Μαρία Ιν Τραστέβερε και την κλασική κρήνη και μουσικοί στο δρόμο και πολλοί πλανόδιοι μικροπωλητές. Είσαι σε σκηνικό άλλης εποχής. Δείπνο ακριβό αλλά πολύ ικανοποιητικό με σερβιτόρο έναν πολύ συμπαθητικό Έλληνα που μιλούσε ελληνικά με ιταλική προφορά. Επιστροφή με τραμ και λεωφορείο μετά από ψάξιμο-είναι ένα θέμα οι συγκοινωνίες-και κρεβάτι. Αύριο πρωινό ξύπνημα και επίσκεψη στη Βίλλα Μποργκέζε. Το παγωτό στο blue sky πολύ καλό. Χιλιόμετρα 17.600.
Πέμπτη: Βάρβαρο ξύπνημα στις 7 και επίσκεψη στην Μποργκέζε, μετά το χθεσινό περπάτημα οι πατούσες πονάνε. Η μία της παρέας ξεκουράζεται και οι δύο αναχωρούμε μετά από ένα εσπρεσάκι της στιγμής για τη Βίλλα Μποργκέζε. Το Μουσείο είχε πολύ ενδιαφέρον, τόσο το κτήριο όσο και οι πίνακες αλλά και τα γλυπτά. Πώς να μην αναφέρω τον Μπερνίνι και την αρπαγή της Περσεφόνης! 
Αμέσως μετά από δύο ώρες περίπου στο Μουσείο, βόλτα στο πάρκο όαση και καφεδάκι υπό τον ήχο των υπαίθριων μουσικών που είναι ένα συν στην ατμόσφαιρα της Ρώμης. Κούραση αλλά και προσπάθεια να πάρουμε τα πόδια μας και να πάμε στο λόφο Τζιανίκολο να θαυμάσουμε τη θέα από ψηλά, ευτυχώς έχουμε εξοικειωθεί με τις συγκοινωνίες και το περιττό περπάτημα έχει μειωθεί. Σήμερα, έχει υγρασία αλλά η θερμοκρασία και το σύννεφο πάνω από το κεφάλι μας είναι αρκετά αναζωογονητικά. Η θέα είναι υπέροχη από το Τζιανίκολο που δεν ανήκει στους 7 λόφους της Ρώμης και κατέβασμα στο Τραστέβερε για να γυρίσουμε για μια μικρή ξεκούραση στο ξενοδοχείο. Στην πορεία διαπιστώνουμε ότι η πείνα καλά κρατεί και και πάμε στο Carlo Menta που είναι και πολύ φθηνό και πολύ καλό. Περίδρομος!

Το απόγευμα βόλτα με τα πόδια στο κέντρο όπου γίνεται χαμός. Αρχίζουμε και βλέπουμε σιγά σιγά πιο πολλούς ντόπιους που μάλλον επέστρεψαν από τις διακοπές αλλά και ο τουρίστας κατά κύριο λόγο κυκλοφορεί στο κέντρο. Στους δρόμους ακούς μουσικές, βλέπεις την έφιππη αστυνομία και τους ατέλειωτους μικροπωλητές, κυρίως πακιστανούς που έχουν καταλάβει την πόλη, κυριολεκτικά. Μπέρδεμα στα στενά, περπάτημα και τελικά στάση στην τρατορία του Αντόνιο κοντά στο Πάνθεον για λίγο φαγητό και κρασί. Ευχαριστηθήκαμε τη βραδιά και χαρήκαμε ζωντανή μουσική από τους γυρολόγους μουσικούς. Η πλατεία στο Πάνθεον είναι μαγική τη νύχτα. Γενικότερα, η Ρώμη τη νύχτα είναι παραμυθένια. Περπάτημα χαλαρό και επιστροφή με λεωφορείο στο Β&Β μας.  Χιλιόμετρα:15
Παρασκευή: Πρωί ξύπνημα λίγο πιο αργά, δεν έχουμε κάτι να μας περιμένει. Καφές και πρωινό στο καφενεδάκι κάτω από το Β&Β με τέλειο, τίμιο και φθηνό πανίνι αλλά και νερό σε λογική τιμή. Πέρασμα με τα πόδια από την Πιάτσα ντε Σπάνια και κατεύθυνση προς την πιάτσα ντελ Πόπολο. Μας περιμένουν κάποια σημεία εκεί. Πέρασμα από τη Σάντα Μαρία ντελ Πόπολο με εκπληκτικό Καραβάτζιο και πολύ ωραία διακόσμηση. Η ζέστη εμφανής σήμερα -σε συνδυασμό με την υγρασία- είναι για πρώτη μέρα λίγο κουραστική αλλά το παλεύουμε. Περπάτημα από τη βία ντι Ριπέτα προς το Μαυσωλείο του Αυγούστου και το μνημείο της Pax Romana, συγκίνηση και δέος που τα βλέπουμε όλα αυτά. Συνεχίζουμε με προορισμό το Πάνθεον το οποίο είναι τεράστιο και ζαλιστικό, ύψος και απόκοσμος τρούλος αντιπροσωπευτικός της ματαιοδοξίας της εξουσίας ανά τους αιώνες. Φεύγουμε και στην πλατεία πίσω από το Πάνθεον δύο μουσικοί μας τρέλαναν με τους ήχους κλασικής μουσικής. Το ξαναέγραψα, το πιο μαγικό σ΄αυτή την πόλη-σκηνικό ήταν οι μουσικοί στο δρόμο, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν πάρα πολύ καλοί και αξιόλογοι στο είδος τους. Βόλτα στο Campo dei Fiori και διάλειμμα για δροσιά στην Πιάτσα Ναβόνα, ίσως από τις πιο δύσκολες στιγμές του ταξιδιού. Η κούραση και η ζέστη μας κατέβαλαν κομματάκι.  Επιστροφή στο ξενοδοχείο για ένα μπάνιο.

Απόγευμα: Λίγη ξεκούραση και περίπατος προς την περιοχή Κάμπο Μάρτσιο, κεντρικό κομμάτι κοντά στον Τίβερη και στο Campo dei Fiori. Περπάτημα στη Βία Τζούλια, στην Πιάτσα Φαρνέζε και σε παράλληλη οδό που σε οδηγεί προς την πλατεία στο Campo dei Fiori. Ωραίο αυθεντικό σκηνικό, ήσυχος δρόμος με μια πολύ γνήσια γεύση της πόλης. Εξαίσια σημεία οι αντικερί και ένα παλιό φαρμακείο σε ένα απίστευτο κτήριο. Βέβαια, και αρκετοί άστεγοι διαμένουν σ΄αυτά τα υπέροχα δρομάκια. Στην εκκλησία Σαν Τζιάκομο & Σάντα Μαρία μια χορωδία μάλλον από την Ισπανία, έψελνε ουράνιους ύμνους και πραγματικά χωρίς καθόλου να γίνομαι υπερβολική έντυνε αυτό το μαγευτικό τοπίο. Την άκουσα, με όλη τη σημασία της λέξης. Περπάτημα, περπάτημα, περπάτημα και τελικά φαγητό σε μια μαγική γωνιά στο Campo dei Fiori. Το φαγητό ήταν για άλλη μια φορά εξαιρετικό και το κρασάκι, επίσης. Η πόλη έσφυζε από ζωή, πάρα πολύς κόσμος και εντόπιος αλλά και άπειροι τουρίστες. Ζωντάνια, μουσικές, χαρά και φυσικά πολύ τρέλλα και υστερία και απόγνωση μαζί, από πολλούς τουρίστες που μπορεί να μαλώνουν στο δρόμο –κυρίως Αμερικανίδες κοπέλες ή αγγλιδούλες λιωμένες-αλλά ένα κρύο gelati έρχεται να τα γλυκάνει όλα. Θα επαναληφθώ, οι Ιταλοί είναι άσοι στο φαγητό αλλά και στον τρόπο που θα σου το παρουσιάσουν. Με αυτό τον τρόπο, πληρώνεις το κάτι παραπάνω αλλά το πιάσιμο είναι ήπιο. Επιστροφή με το τελευταίο λεωφορείο στο ξενοδοχείο και στην ονειρεμένη Βία Βένετο. Χιλιόμετρα: 14 περίπου
Σάββατο: Τελευταία μέρα, γαμώτο! Καμία δε θέλει να σηκωθεί. Ξυπνήσαμε πιο αργά και ετοιμαστήκαμε, ήπιαμε το εσπρεσάκι μας από τους αγαπημένους γείτονες και στη συνέχεια φάγαμε στο ξενοδοχείο ό,τι είχε περισσέψει από τα υπέροχα τυριά που είχαμε πάρει από Super Market. Αφήνουμε τα πράγματα στο Termini, πάμε Τεστάτσιο το οποίο έχει μια Πυραμίδα του Γάιου Κέστιου και ένα κοιμητήριο για τους μη καθολικούς το οποίο ήταν ένα πάρκο, χώρος αναψυχής αλλά εμείς είμαστε κουρασμένες για να δούμε και πολλά. Όπως αποδεικνύεται η περιοχή είναι για το βράδυ γιατί τη μέρα δε έχει να πει και πολλά. Φτάνουμε μετά από περπάτημα στο λόφο Αβεντίνο, ο οποίος έχει κάποιες εκκλησίες και υπέροχη δροσιά στην πόλη αλλά και θέα. Πολλοί ντόπιοι βρίσκονται εκεί για κάποια εκδήλωση, οι δύστυχες γυναίκες υποφέρουν με τα τακούνια, αλλά και άλλοι είναι αραχτοί στο πάρκο. 
Πάμε για το μετρό, η μία της παρέας αναχωρεί για την Αθήνα και οι υπόλοιπες πάμε κέντρο. Πέρασμα από το καφέ Γκρέκο, το οποίο είναι πολύ ιδιαίτερος χώρος αλλά το καλοκαίρι ο κλιματισμός δε μας ευχαριστεί και έτσι δεν καθήσαμε. Γενικότερα, οι Ρωμάνοι κάθονται μέσα, είναι εξοικειωμένοι με την ιδέα ότι θα φάνε και θα πιούμε σε κλιματιζόμενο χώρο σε αντίθεση με εμάς που προτιμούμε τους εξωτερικούς χώρους το καλοκαίρι. Δυστυχώς, μας έμεινε λίγος χρόνος αρκετός για ένα γρήγορο γκαζάτο και χυμό και κάποια πολύ λίγα δωράκια μιας και τα χρήματα αλλά και οι δυνάμεις μας έχουν αρχίσει να εξαντλούνται.  

Η Ρώμη αξίζει να πας και να ξαναπάς. Οι άνθρωποι έχουν αναγάγει τον τουρισμό σε επιστήμη, πολλοί ζούνε από αυτόν και όχι μόνο οι Ιταλοί αλλά και πολλοί μετανάστες που φαίνεται να το απολαμβάνουν.. Σε κάποια σημεία, όπως οι συγκοινωνίες πρέπει να ψάξεις ή να συμβουλευτείς το google map για περισσότερες πληροφορίες. Φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, είμαι ακόμη εκεί. Ήταν ένα πολύ όμορφο ταξίδι, περάσαμε πολύ καλά, γελάσαμε, χαρήκαμε, νοσταλγήσαμε, ταξιδευτήκαμε! Τελειώνω αυτές τις αράδες στο τρενάκι της επιστροφής που είναι και πάλι γεμάτο μιας και το καλοκαιράκι τελειώνει και καθώς φαίνεται ο κάθε κατεργάρης πάει στον πάγκο του.
Και εις άλλα με υγεία!


Παρασκευή 11 Ιουλίου 2014

Σκόρπιες σκέψεις...

Ξεκίνησε επιτέλους το εκπαιδευτικό καλοκαίρι! Η φετινή ήταν μια πολύ δύσκολη χρονιά με πολλές αλλαγές και πολύ κακό για το τίποτε. Είχα την τιμή να αλλάξω τρία σχολεία από την αρχή της χρονιάς και να ξέρω πού θα εργαστώ γύρω στα μέσα Οκτώβρη και αυτό γιατί έκανα το λάθος να είμαι στη διάθεση του ΠΥΣΔΕ. Τι κακός χαμός! Λάθη επί λαθών και μια απέραντη γραφειοκρατία.
Θα κάνω την ευχή να μην ξαναζήσω τα ίδια και του χρόνου και θα παρακαλέσω τους ιθύνοντες να είναι λίγο πιο προσεκτικοί στις τοποθετήσεις την επόμενη χρονιά και να σεβαστούν πρώτα τους εκπαιδευτικούς και στη συνέχεια τους μαθητές ή και τούμπαλιν..
Θα ευχηθώ να πάψει αυτή η αναξιοκρατία στην επιλογή στελεχών στην εκπαίδευση, γιατί δυστυχώς έχω συναντήσει πολύ λίγους να κατέχουν μία θέση ευθύνης και να είναι σε θέση να την υπηρετήσουν και αυτό γιατί επιλέχθηκαν λόγω της κομματικής τους τοποθέτησης και όχι για τις ικανότητες ή τα προσόντα τους. Ναι θέλω η περιβόητη αξιολόγηση να ξεκινήσει άνωθεν και στη συνέχεια να ακολουθήσει και η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού που σε πάρα πολλές περιπτώσεις κρατάει ζωντανό το δημόσιο σχολείο και αγωνίζεται καθημερινά με τα θηρία και την ανοησία και το κράτος που με νομοθετικές ρυθμίσεις φέρνει τα πάνω κάτω στη ζωή τη δική μας και των μαθητών μας.
Θα ευχηθώ σε όλους μας καλό καλοκαίρι, μια υγιή αποσυμπίεση από την ένταση της χρονιάς που πέρασε και μία καλύτερη χρονιά με λιγότερα προβλήματα και περισσότερη ευελιξία. Το ελπίζω και το εύχομαι από καρδιάς.

Τρίτη 24 Ιουνίου 2014

Για τους μαθητές μου!


Καλό καλοκαίρι, να είστε όλοι και όλες καλά και να ξεκουραστείτε, να ονειρευτείτε, να χαρείτε με όλη σας την ψυχή...ίσως του χρόνου τα ξαναπούμε!
Σας ευχαριστώ όλους!

Νεοελληνική Λογοτεχνία Γ Λυκείου

Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.
Στην οδό Αιγύπτου -πρώτη πάροδος δεξιά!                                                1
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως.
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από
            τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε.                                                   5
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες,
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες              10
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα
            οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών
            των παιδιών τους.                                                                            15
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται
            η Τράπεζα Συναλλαγών
- εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται-
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
-εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν-               20
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία,
            τις ωραίες εκκλησιές

Η Ελλάς των Ελλήνων.

Ερωτήσεις:
1. “Τράπεζα Συναλλαγών- Τουριστικά γραφεία- πρακτορεία μεταναστεύσεων- τόσα τροχοφόρα: Ποια φαινόμενα που σημάδεψαν την οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή της Ελλάδας στη δεκαετία 1960-1970 θίγει ο συγγραφέας μέσα απαυτές τις αναφορές;
2.α. Το ποίημα διακρίνεται σε δύο νοηματικά επίπεδα: στο πρώτο περιγράφεται το παρόν και στο δεύτερο υπάρχουν υπαινιγμοί που αναφέρονται στο παρελθόν. Να διακρίνετε τα σημεία του ποιήματος που αφορούν κάθε επίπεδο.
2.β Πώς αντιλαμβάνεστε τη χρήση του β΄ πληθυντικού προσώπου ξέρατε(στ. 5);
3. “Θυμούνται τα λόγια στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους”, (στ. 9-13): Να σχολιάσετε το βαθύτερο νόημα αυτών των στίχων.
4. Να συγκρίνετε το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη με αυτό του Κλ. Κύρου ως προς το περιεχόμενο:
Κλ. Κύρου: Κραυγές της νύχτας 9
Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τουρανού.
Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
................................................................................... (απόσπασμα)


Νεοελληνική Λογοτεχνία Β Λυκείου

Α. ΚΕΙΜΕΝΟ: «ΤΑ ΧΤΑΠΟΔΑΚΙΑ» ΤΟΥ Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗ
            Οι νοτιάδες φέρναν σύγνεφα εκείνο το χειμώνα, μα όχι το 'να πίσω από τ' άλλο. Άφηναν και ώρες, την κάθε μέρα, που ξαστέρωνε λιγάκι ο ουρανός. Αυτό γινόταν περί το δειλινό. Κι όταν ο ήλιος, όσο δεν παίρνει χρυσαφής, κάτι σα μέλι φωτεινό, ξεχυνόταν στο μικρό λιμάνι, στ' αργοσάλευτα καΐκια του, στις μπαταρισμένες βάρκες, στα δίχτυα των ψαράδων που στέγνωναν απλωμένα, στη θάλασσα που σιγανάσαινε, στους ανθρώπους που τριγυρνούσαν πέρα δώθε, άγνωστο γιατί. Περί τη νύχτα θα χάλαγε πάλι ο καιρός. …Και το όντις, σε λίγο έφταναν ξανά τα σύγνεφα, αβγατίζοντας πολύ το βραδινό σκοτάδι, έτσι που 'σφιγγε η ψυχή του ανθρώπου.
Έτσι λοιπόν, την ώρα που ο Αστέρας[1] πάλευε με τα σύγνεφα, μπήκε ο λεγάμενος στο μαγαζάκι, μποτζάροντας[2] δώθε κείθε, σαν τραμπάκουλο[3] σε σοροκάδα[4]. Κοντός ήταν και κακοσούσουμος, αρκούντως γηραλέος, όχι καλοντυμένος ούτε καθαρός, μ' ένα μαντίλι ματωμένο γύρω στο κεφάλι - σίγουρα φρεσκοσπασμένο ήταν. Η μύτη του μάλιστα είχε μεγάλα χάλια, γδαρμένη, πρησμένη, σκεπασμένη κομμάτια αίμα πηχτό. Ή κουτρουβάλα είχε πάρει ο ερίφης[5], ή ξύλο γερό είχε πέσει, μπερντάχι[6] , με σύστημα, πάνω χέρι - κάτω χέρι, του αλατιού τον είχαν κανωμένο. Τώρα γινωμένος[7] ήταν όταν τις έφαγε, ή τα κοπάνισε κατόπι, να πνίξει στο κρασί το μεράκι του καβγά; Αυτό δεν το ξέρουμε. Το βέβαιο είναι, λίαν σουρωμένος ήταν όταν μπήκε στο μαγαζί, κρατούσε μάλιστα στο χέρι κατιτίς τυλιγμένο σε χαρτί, φαγώσιμο πρέπει να ήταν. Προχώρησε, το λοιπόν, κατά τον μπεζαχτά, χαιρετώντας πολύ εγκάρδια τις δύο παρέες που βρίσκονταν την ώρα εκείνη στο μαγαζί.
Μα δεν πήρε αντιχαιρέτισμα, ένεκα που οι μεν -δυο μαντράχαλοι- ήσαν πολύ απασχολημένοι με τις κοπέλες τους και δεν είχαν καιρό για κουβέντες άχρηστες. Όσο για τους δε, αυτοί πίναν το κρασί τους λίαν βαρύθυμοι και σέρτικοι[8], είχαν φαίνεται τις στεναχώριες τους. Τι να κάνει λοιπόν, κι αυτός; Παράγγειλε ούζο καραφάκι, κι έπιασε κουβέντα με το μαγαζάτορα, ένεκα που ο Θεός τον έκανε άνθρωπο κοινωνικό, πολύ συσχετικό, η μουγκαμάρα κι η περισυλλογή ποσώς[9] δεν του επήγαιναν. Είπε μάλιστα τη γνώμη του δυνατά, να την ακούσει όλος ο κόσμος:
- Όποιος δε μιλάει, πεθαμένος είναι και θάβουν τον!
Ακούμπησε το στράτσο στον μπεζαχτά κι άρχισε ν' αδειάζει το καραφάκι σε δυο νεροπότηρα, προσέχοντας φοβερά στη μοιρασιά, μήπως τυχόν και στάξει κόμπος στο 'να πιότερο από τ' άλλο. Αφού τέλειωσε τη δίκαιη αυτή κατανομή, πήρε το πρώτο ποτήρι και το ήπιε, ήπιε και το δεύτερο, θαραπάηκαν[10] τα σωθικά του κι άρχισε μεγάλο λακριντί[11] με το μαγαζάτορα. Ένεκα όμως που η παρέα μας βρισκόταν κάμποσο μακριά, δεν έδωσε κανείς μας προσοχή, εξάλλου είχαμε δικές μας κουβέντες να πούμε, πολύ σοβαρές και διόλου ευτράπελες. Πες πως τον αλησμονήσαμε κι αυτόν, και τα σπασμένα μούτρα του, και το στράτσο και το μεθύσι του και το λακριντί του. Όταν, έξαφνα, κουβέντες σε ύφος έντονο τράβηξαν την προσοχή μας:
- Όχι, κύριος, δε θέλουμε το κέρασμά σου!
- Και γιατί, δηλαδής; Εγώ εκινήθην από την ευγενής πρόθεσις... 
-Κόβε λόγια και στρι! [12]Πολύ ψείρα μάς γίνηκες!
Η παρεξήγηση συνέβαινε με την άλλη παρέα που ο ερίφης θέλησε να την κεράσει, άγνωστο γιατί. Ίσως που το κρασί τον έκανε πολύ κοινωνικό, πρόθυμο να πιάσει σχέσεις εύκολες και γκαρδιακές με τον πάσα τυχών[13]. Ίσως πάλι και να του γυάλισαν τα κορίτσια, ήθελε να κάνει το κομμάτι του. Οι μαντράχαλοι όμως πήραν αλλιώς το πράμα, εξ’ ου κι ο καβγάς – «περικαλώ, κύριος!» και «με το μπαρδόν, δεν είσαστε εν τάξει εν πάση περιπτώσει!».
Ο ένας μάλιστα από τους δυο -άνθρωπος ευερέθιστος- σηκώθηκε μια στιγμή, κι είπε λόγια βαριά που προδίκαζαν[14] χειροδικία. Τσίριξαν τα κορίτσια: «Mανόλη! Για τ' όνομα της Παναγιάς!», μπήκε στη μέση κι ο άλλος, ο πλέον ψύχραιμος, και το επεισόδιο θεωρείται λήξαν. Ο ερίφης υποχώρησε κανονικά κατά τον μπεζαχτά, όπου τον τραβούσε από το μανίκι ο ταβερνιάρης αυταρχικότατα:
- Ήπιες το ούζο σου, Παναγιωτάκη; Πλέρωνε και στρίβε! Όχι ιστορίες στο μαγαζί μου!
Σαν ν' αποφάσισε να ησυχάσει ο Παναγιωτάκης, αλλά για να φύγει, ούτε λόγος! Ήθελε, σώνει και καλά, ν' ανοίξει την καρδιά του, να πει τον πόνο του, να μιλήσει με άνθρωπο. Κανείς να μην τον θέλει, κανείς να μην καταλαβαίνει, όλοι να τον διώχνουν - τι κακό πάλι αυτό!
Εξάλλου, ο άνθρωπος είχε πια τα πιο φιλειρηνικά αισθήματα. Ξεδίπλωσε το στράτσο, τράβηξε δυο χταποδάκια που ήταν μέσα, τα καμάρωσε κι εδήλωσε πως έχει κάθε δικαίωμα να τα μαγειρέψει και να τα φάει ποτίζοντάς τα με μπόλικον κράσο, ένεκα που το χταπόδι χωρίς ένα πρώτο κρασί δε μαγειρεύεται, και δίχως ένα δεύτερο δε χωνεύεται. Άρχισε, λοιπόν, μεγάλες συνεννοήσεις με το μαγαζάτορα, να του ψήσε ι τα χταπόδια, να τα φάει εδώ που βρίσκεται, δηλαδή να τα φάνε παρέα, ένεκα που η μοναξιά κι αυτός δεν συνταιριάζουν, ανέκαθεν ντερμπεντέρης[15] άνθρωπος ήταν. Ο μαγαζάτορας όμως είχε μεγάλες αντιρρήσεις. Των αδυνάτων αδύνατο! Η φουβoύ[16] ήταν πιασμένη με τις γόπες, κατόπι θα τηγάνιζε πατάτες, ύστερα θα έρχονταν η πελατεία και θα παράγγελνε της ώρας πράματα, συκωτάκια, μπαρμπουνάκια, σαγανάκια.
- Ό,τι άλλο, Παναγιωτάκη μου, αυτό όμως μη μου το ζητάς!
- Δεν έχω, δηλαδής, το δικαίωμα να φάω κι εγώ ένα μεζέ σαν άνθρωπος -να, τα χταποδάκια μου- και να πιω το κρασί μου, σα φιλήσυχος πολίτης;
- Δε γίνεται, Παναγιωτάκη μου! του είπε ο άλλος κoφτά. Να πας στην Ευταλία να στα μαγειρέψει. Κι άντε τσαμπούκ  τσαμπούκ[17], άδειαζέ μου το μαγαζί κι έχω δουλειά! Πλακώνει πελατεία.
Ο ερίφης σώπασε, σα να είδε πως τίποτα δε γίνεται, πως έπρεπε να το πάρει απόφαση. Τύλιξε τα χταποδάκια στο στράτσο, τα έβαλε υπομάλης και τράβηξε κατά την πόρτα. Μα η αγανάχτηση τον έπνιξε. Γύρισε, το λοιπόν, κι άρχισε καινούρια δημηγορία:
- Στην Ευταλία... Άιντε συ να πεις στην Ευταλία να στα μαγειρέψει! Συ, που δεν είσαι άντρας της... Εγώ, δηλαδή, δεν έχω δικαίωμα να φάω ένα μεζέ, να πιω ένα κρασί;
Αργά κατάλαβε πως μιλούσε στα κούφια, ένεκα που ο μαγαζάτορας είχε αποτραβηχτεί στην κουζίνα. Σήκωσε, το λοιπόν, τους ώμους και τράβηξε πάλι κατά την πόρτα. Φαίνεται όμως πως δε βολούσε η ψυχή του να ξεκολλήσει εύκολ' απ' το μαγαζί. Περνώντας μπροστά στην παρέα μας κοντοστάθηκε. Ήθελε κουβέντα.
- Έχει τσιγάρο;
Απόκριση καμιά. Είδαμε τι κολλιτσίδα ήταν, αν του μιλούσαμε ξεκολλημό δε θα 'χε. Αυτός όμως εκεί!
- Θέλω τσιγάρο.
- Δεν έχει! του λέει ο Αγλέουρας.
- Πώς δεν έχει, αφού καπνίζετε!
Ήταν κι αναιδής.
- Άιντε στο καλό! του λέει ο υποπλοίαρχος, κι άσε μας ήσυχους.
Ακούς;
Αυτό δεν του άρεσε του φίλου. Πήρε αμέσως ύφος κουτσαβάκικο[18], προκλητικό, μπεχλιβάνικο[19]*. Κι αμόλησε την πρόστυχη κουβέντα:
- Επειδή, δηλαδής, έχεις δυόμισι γαλόνια στο μανίκι, μας κάνεις και  τον κάργα; [20]
Ο υποπλοίαρχος χαμογέλασε κάτω από τα μουστάκια του. Μα ο Αγλέουρας σηκώθηκε, άρπαξε τον Παναγιωτάκη από τις πλάτες και απλά, αυστηρά, θετικά τον έβγαλ' έξω από το μαγαζί. Τον έβγαλε, δεν τον πέταξε. Όλα γίνηκαν μ' ευγένεια και κατανόηση, ως αρμόζει να φέρεται κανείς σ' έναν μεθυσμένο, έναν ακαταλόγιστο. Κι αυτός δεν έφερε καμιάν αντίσταση, ψοφοδεής[21] ήταν, μόνο λόγια και τίποτες άλλο. Ανθρωπάκος, που το κρασί τον εχτυπούσε παράξενα, τον έκανε να λέει μπούρδες δίχως να συλλογιστεί.
Ο Αγλέουρας εγύρισε και ξανακάθισε στη θέση του. Κέφι δεν είχαμ' εξαρχής, τώρα το λίγο που είχε απομείνει ξανεμίστηκε κι αυτό. Δεν ήταν να 'ρθει κι αυτό τ' αυτοκίνητο, να πάμε στις δουλειές μας! Και να, δεν πέρασαν ούτε τρία λεφτά, και ξαναπαρουσιάστηκε στην πόρτα. Έκανε να μπει πάλι στο μαγαζί, ένεκα που είχε μεθύσι πεισματάρικο, επίμονο, τίποτα δεν τον έκανε ν' αλλάξει το κέφι του. Μεμιάς όμως όλοι σηκωθήκαμε, η παρέα μας, η άλλη παρέα, ο μαγαζάτορας:
- Πάλι εδώ είσαι; Έξω! Έξω! Φεύγ' από δω! Πήγαινε στο σπίτι σου! Μπεκρούλιακα! Προστυχόμουτρο! Κολλιτσίδα! Ψείρα! Ψείρα!
Αυτό γίνηκε τίμια κι αυθόρμητα, μας είχε φέρει ως εδώ, ο αλιτήριος! Όσο εμείς ξαφνιαστήκαμε από το φέρσιμό μας, άλλο τόσο κι αυτός. Η κατακραυγή χίμηξε απάνω του, τόνε βάρεσε στο στήθος, τον σταμάτησε, τον πισωπλάτισε. Απόμεινε ασάλευτος, κρατώντας τα τυλιγμένα χταπόδια στο χέρι το ζερβί, κι έριξε ματιά γεμάτη δέος ολοτρόγυρα. Πρέπει τα μούτρα μας να ήσαν τόσο άγρια, που φοβήθηκε.
- Καλά... μουρμούρισε... Καλά! Θα φύγω... Αφού δε με θέλετε... Μα πού να πάω; Πού; Στην Ευταλία; Ένας λόγος είναι αυτός. Ούτε κι αυτή με θέλει, όπως κι εσείς. Κανείς! Κανείς... Τον έπιασε κάτι σαν παράπονο, κι άπλωσε το χέρι όπου κρατούσε τα χταπόδια:
- Να! Αυτά τα χταπόδια. Στη χόβολη... Όλοι μαζί θα τα τρώγαμε. Ένα μεζέ κι ένα κρασί. Σαν άνθρωπος κι εγώ. Σαν άνθρωπος...
Μας κοίταγε και πρόσμενε κατανόηση, σαν άνθρωπος από τους ανθρώπους. Μα μόνο φάτσες παγωμένες αντίκρισε, μάτια γεμάτα σκληράδα και κακία. Κακία ανθρώπινη.
Τότε, κατάλαβε. Κάτι σαν αποκαρδίωση τον έπιασε, όλα έσπασαν εντός του. Έπεσε αδύναμο το χέρι που κρατούσε τα δυο χταπόδια στο στράτσο το χαρτί, μάταιη προσφορά στην κατανόηση των ανθρώπων.
Πήρε αργή στροφή, βγήκε πάλι από το μαγαζί, έπεσε βαρύς στο σκαλοπάτι κι απόμεινε ασάλευτος, με το τσακισμένο του κεφάλι μες στις δυο παλάμες. Δεν εμίλησε πια, τίποτα δεν είπε, μα έσμιξε την ψυχή του με τη νύχτα του νοτιά, τη σκέπασε με σύγνεφα, την τύλιξε με πνοές όστριας[22] χειμωνιάτικης. Όσο για μας, ξανασκύψαμε στα ποτήρια, στις εφημερίδες, στις κουβέντες μας, μην καταλαβαίνοντας, μη θέλοντας να καταλάβουμε. Πέρασε έτσι ώρα αρκετή, ίσως και δέκα λεφτά, ίσως και τέταρτο ολόκληρο. Κι όταν ανασήκωσα τα μάτια και κοίταξα την πόρτα, εκεί που είχε καθίσει δεν τον είδα πια. Είχε  φύγει, τράβηξε μέσα στη νύχτα, ποιος ξέρει για πού, να μαγειρέψει τα χταπόδια του, να πιει ένα κρασί, σαν άνθρωπος. Σαν άνθρωπος, ακριβώς...
Β. Ερωτήσεις:
1.      Να εντοπίσετε τρία νατουραλιστικά στοιχεία του κειμένου και να τα αναπτύξετε.
Μονάδες 15
2.      Ποιες αφηγηματικές τεχνικές χρησιμοποιούνται μέσα στο κείμενο
Μονάδες 20
3.      Γιατί ο συγγραφέας επιλέγει να χρησιμοποιεί ο Παναγιωτάκης τις παρακάτω φράσεις;
- Και γιατί, δηλαδής; Εγώ εκινήθην από την ευγενής πρόθεσις... 
 – «περικαλώ, κύριος!»
-«με το μπαρδόν, δεν είσαστε εν τάξει εν πάση περιπτώσει!».
4.      Να σχολιάσετε σε μία παράγραφο (80-100 λέξεις)
- Όποιος δε μιλάει, πεθαμένος είναι και θάβουν τον!
- Να! Αυτά τα χταπόδια. Στη χόβολη... Όλοι μαζί θα τα τρώγαμε. Ένα μεζέ κι ένα κρασί. Σαν άνθρωπος κι εγώ. Σαν άνθρωπος...
Μονάδες 25
5.      Να διαβάσετε το παρακάτω παράλληλο κείμενο και να βρείτε δύο ομοιότητες και μία διαφορά
Μονάδες 20
Βακχικό
 Τεύκρος Ανθίας
 Ήθελ’ απόψε να σου πω για τη λατέρνα˙
μα πού μ’ αφήνουνε τα ντέρτια να σκεφτώ!
Αν θέλεις όμως, έλα, κέρνα, ξανακέρνα,
ίσως μπορέσω στο πιοτό να ξεχαστώ.

Α! μπράβο. Αδειάζουνε οι μισές, τα κανατάκια,
κι εκεί στον πάγκον επιστρέφουν γιομιστά:
με της ζωής μας τα λαθρόβια φαρμάκια,
που τις στιγμές μας συντροφεύουνε πιστά.

Σε ποιο ντεπόζιτο τα βάνεις, ταβερνιάρη;
Πώς τα κρατάς όλα κλεισμένα μέσα εκεί;
Μήπως τα δίνεις στο φτωχό το λατερνιάρη
και τα σερβίρει στο κοινό για Μουσική;

Σαν κάτι τέτοιο θα μας κάνεις, υποθέτω
γιατί το χέρι της λατέρνας, σα γυρνά,
της δυστυχίας και της πλήξης το ντουέτο
μες στα κανάτια τα γιομάτα μας κερνά.

Ήθελα απόψε να σου πω για τη λατέρνα.
Μα πού μ’ αφήνουνε τα ντέρτια να σκεφτώ!
Αν θέλεις όμως, έλα, κέρνα, ξανακέρνα,
ίσως μπορέσω στο πιοτό να ξεχαστώ.



[1] Ο Αστέρας = το βραδινό αστέρι, ο Αποσπερίτης,
[2] μποτζάροντας = γέρνοντας πότε από τη μια και πότε από την άλλη μεριά, όπως το σκάφος,
[3] τραμπάκουλο = μικρό, πλατύ ιστιοφόρο,
[4] σοροκάδα = κυματισμός της θάλασσας που προκαλείται από ανέμους νότιους έως δυτικούς
[5] ερίφης = άνθρωπος,
[6] μπερντάχι = ξυλοδαρμός,
[7] γινωμένος = μεθυσμένος,
[8] σέρτικος = αψύς, νευρικός
[9] ποσώς = καθόλου,
[10] θαραπάηκαν = αγάλιασαν, ευχαριστήθηκαν,
[11] λακιρντί = συνομιλία,
[12] κόβε λόγια και στρι = σταμάτησε τη συζήτηση και φύγε,
[13] τον πάσα τυχών = τον τυχόντα, τον καθένα,
[14] προδικάζω = προεξοφλώ,
[15] ντερμπεντέρης = αλήτης,
[16] φουβού = φουφού, είδος ψησταριάς,
[17] τσαμπούκ = γρήγορα,
[18] κουτσαβάκικο = μάγκικο,
[19] μπεχλιβάνικο = που ταιριάζει σε μπεχλιβάνη (παλαιστή),
[20] κάνω τον κάργα = παριστάνω τον σπουδαίο,
[21] ψοφοδεής = δειλός, κακομοίρης,
[22] όστρια = νότιος άνεμος.